Αξιότιμες/-οι
συναδέλφισσες και συνάδελφοι,
Περίπου ένα χρόνο μετά την από 26-05-2025 ανακοίνωσή μας και με αφορμή την αυριανή συζήτηση στο ελληνικό κοινοβούλιο αναφορικά με το ζήτημα της αναθεώρησης του άρθρου 103 του Συντάγματος περί της άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και την σημερινή στάση εργασίας της ΑΔΕΔΥ, υπενθυμίζουμε ότι ήδη έχει αναδειχθεί η σημασία και η αξία της εν λόγω πρόβλεψης ως προς την αποτελεσματική λειτουργία του κράτους και ως προς τη διασφάλιση ενός ευρωπαϊκού κράτους δικαίου.
Δεδομένου ότι το ισχύον συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει ήδη τη δυνατότητα απομάκρυνσης μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργηση της θέσης που εκείνοι κατέχουν, ή την ανεπιτυχή δοκιμαστική περίοδο (Ν. 3528/2007, άρθρο 40 παρ. 1 και 3), ή κατ’ εφαρμογή των νέων πειθαρχικών διατάξεων που διευρύνουν τα παραπτώματα, τα οποία δύνανται να επιφέρουν την ποινή της οριστικής παύσης, καθίσταται προφανές ότι η πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν ανταποκρίνεται σε ένα πραγματικό θεσμικό κενό. Αντιθέτως, ειδικά σε μια περίοδο έντονης πολιτικής πόλωσης – όπως η σημερινή – και μάλιστα στο πλαίσιο της κορυφαίας Πολιτειακής διαδικασίας, η σχετική πρόταση αντιμετωπίζει μια θεμελιώδη συνταγματική εγγύηση ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης. Υπενθυμίζεται ότι η μονιμότητα δεν συνιστά προνόμιο των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά θεσμική εγγύηση για τη διασφάλιση υπέρ της αμερόληπτης και ανεξάρτητης λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Με άλλα λόγια, η συζήτηση δε θα έπρεπε να αφορά στην εργασιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά στο κατά πόσον ένας δημόσιος λειτουργός θα μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του με αποκλειστικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον ή θα βρίσκεται υπό τη διαρκή απειλή πολιτικών και διοικητικών πιέσεων. Συνεπώς, ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το εν λόγω ζήτημα στη δημόσια συζήτηση είναι προσχηματικός και επικοινωνιακός, ενώ συμβάλλει περαιτέρω στη στοχοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων.
Ο προσχηματικός χαρακτήρας της πρότασης αποκαλύπτεται πλήρως αν ληφθεί υπόψη ότι διατυπώνεται σε μία περίοδο, κατά την οποία εντείνονται οι προσλήψεις συμβασιούχων ορισμένου χρόνου και μετακλητών υπαλλήλων, ενώ παράλληλα κρίσιμες λειτουργίες του δημοσίου τομέα ασκούνται ολοένα και περισσότερο από εξωτερικούς συμβούλους και προσωπικό προερχόμενο από ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες, χωρίς να διασφαλίζονται οι εγγυήσεις της αξιοκρατίας και της διαφάνειας.
Κανένα άλλωστε από τα σημαντικά προβλήματα της δημόσιας διοίκησης, όπως η πολυνομία και η κακονομία, η γήρανση του προσωπικού, η υποστελέχωση κρίσιμων υπηρεσιών, η αναξιοκρατία και η πολιτική παρέμβαση στην διοικητική ιεραρχία, δεν οφείλονται στην μονιμότητα. Είναι θεσμικά αντιφατικό να προβάλλεται ως απάντηση στην αναξιοκρατία και την αδιαφάνεια η αποδυνάμωση της υπηρεσιακής ανεξαρτησίας των μονίμων υπαλλήλων, την ίδια στιγμή που διευρύνονται μορφές στελέχωσης οι οποίες δεν παρέχουν τις ίδιες εγγυήσεις ουδετερότητας, διαφάνειας και λογοδοσίας.
Είναι προφανές ότι η πρόταση για την άρση της μονιμότητας εντάσσεται σε μια ξεκάθαρη ευρύτερη πολιτική επιλογή στρατηγικής υποβάθμισης του δημοσίου τομέα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται η αυξανόμενη εργασιακή ανασφάλεια στο δημόσιο, η εντατικοποίηση του πειθαρχικού ελέγχου, η μισθολογική υποβάθμιση, η βίαιη εισβολή ιδιωτικών εταιρειών στην άσκηση κρίσιμων λειτουργιών του κράτους αλλά και η απαξίωση θεσμών που υπηρετούν την αξιοκρατία και τη διαφάνεια, όπως η Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης.
Δεν είναι τυχαία η επιλογή της προώθησης σχεδίου νόμου που αφορά το βαθμολόγιο, τις διαδικασίες κρίσεων και την λειτουργία του ΕΚΔΔΑ και της ΕΣΔΔΑ που υποβαθμίζει συντριπτικά και απαξιώνει θεσμούς εγνωσμένου κύρους και αξιοπιστίας την παρούσα χρονική στιγμή.
Παράλληλα, γεννώνται ερωτήματα ως προς τη σκοπιμότητα της πρότασης αυτής, δεδομένου ότι στις οικονομικές, κοινωνικές και υγειονομικές κρίσεις των τελευταίων ετών, όπως η πανδημία του Covid-19, ήταν οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι που σήκωσαν στην πλάτη τους το μεγαλύτερο βάρος της διαχείρισης και αντιμετώπισής τους, προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία της κοινωνικής συνοχής και του δημοσίου συμφέροντος. Άραγε, όσοι σήμερα ξιφουλκούν κατά της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και του ρόλου της στη λειτουργία του κράτους είχαν την ίδια άποψη τότε;
Βάσει των ανωτέρω είναι σαφές ότι η μονιμότητα δεν προστατεύει την ανεπάρκεια, αλλά τη συνέχεια του κράτους, τη θεσμική μνήμη και την ανεξαρτησία της διοίκησης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι μονιμότητα και ισχυρές εγγυήσεις υπηρεσιακής ανεξαρτησίας εξακολουθούν να αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό των δημοσίων διοικήσεων πολλών ευρωπαϊκών κρατών, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ελβετία και οι Σκανδιναβικές Χώρες. Η άρση της μονιμότητας δεν εξυπηρετεί το Δημόσιο Συμφέρον και δεν θα ωφελήσει την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης αλλά όσους επιθυμούν τη διεύρυνση της πολιτικής επιρροής επί του κράτους και τη μετατροπή της διοικητικής λειτουργίας σε πεδίο εξυπηρέτησης πρόσκαιρων κομματικών σκοπιμοτήτων.
Η ΕΝΑΠ ΕΣΔΔΑ στέκεται απέναντι στη συγκεκριμένη πρόταση, καθώς εκτιμά ότι δεν αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα της δημόσιας διοίκησης αλλά αντίθετα ενισχύει φαινόμενα κομματικοποίησης και περαιτέρω απαξίωσης των θεσμών. Γιατί άραγε όλοι αυτοί που δήθεν κόπτονται για την αποτελεσματικότητα και την αξιοκρατία στο δημόσιο, δεν πρότειναν την αναβάθμιση και τη συνταγματική θεσμοθέτηση των παραγωγικών σχολών, όπως η Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης αλλά αντιθέτως προσπαθούν στρατηγικά να την υποβαθμίσουν; Πώς έχουν αντιμετωπίσει τη συστηματική και κατά το δοκούν παραβίαση της Συνταγματικής πρόβλεψης για την αρχή της αξιοκρατίας στο Δημόσιο;
Συμπερασματικά, η ΕΝΑΠ ΕΣΔΔΑ καταδεικνύει τον υποκριτικό χαρακτήρα της πρότασης, επισημαίνει τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την αποδοχή της ως προς τη λειτουργία του κράτους, και καλεί τα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου να την καταψηφίσουν προτάσσοντας το εθνικό δημόσιο συμφέρον. Σε μια εποχή αυξανόμενης διαφθοράς και αδιαφάνειας η μονιμότητα είναι πιο απαραίτητη από ποτέ. Η αναθεώρηση του άρθρου 103 δεν αποτελεί μεταρρύθμιση εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά παρέμβαση στην ουσία και τον πυρήνα των θεσμικών εγγυήσεων που διασφαλίζουν τη διοικητική συνέχεια και μνήμη, την αμεροληψία, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ανεξαρτησία της Δημόσιας Διοίκησης και την εξυπηρέτηση του Δημοσίου Συμφέροντος από αυτή.
Tο ΔΣ της ΕΝΑΠ ΕΣΔΔΑ