Ιστορικά Στοιχεία
Ο αριθμός των τμημάτων εξειδικευμένης επαγγελματικής κατάρτισης και το περιεχόμενο της αποστολής τους μπορεί να μεταβάλλονται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Κέντρου. Τα τμήματα ειδίκευσης της Ε.Σ.Δ.Δ. τα οποία προβλέπονταν από τον ιδρυτικό νόμο 1388/1983 ήταν τα εξής:
Τμήμα Γενικής Διοίκησης
Τμήμα Διοικητικής Δικαιοσύνης
Τμήμα Διπλωματικής Κατεύθυνσης
Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης
Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης Και Περιφερειακής Ανάπτυξης
Τμήμα Οικονομικής Κατεύθυνσης
Τμήμα Πολιτιστικής Κατεύθυνσης
Το μόνο από τα αρχικά τμήματα που λειτουργεί ανελλιπώς από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της Σχολής, είναι το Τμήμα Γενικής Διοίκησης. Τα δε Τμήματα Οικονομικής και Πολιτιστικής Κατεύθυνσης δεν λειτούργησαν ποτέ. Τα υπόλοιπα από τα αρχικώς προβλεπόμενα τμήματα καταργήθηκαν το ένα μετά το άλλο, με διαδοχικές επιλογές των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών με σαφές αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό και τη μείωση του κύρους της σχολής.
Με το Ν.1868/1989, καταργήθηκε το Τμήμα Διοικητικής Δικαιοσύνης. Μέχρι τότε, είχαν εισαχθεί στο εν λόγω τμήμα 4 σειρές υποψήφιων διοικητικών δικαστών (Α΄ – Δ΄) με αποφοιτήσαντες 29 συνολικά άτομα, τα οποία μετά την αποφοίτησή τους τοποθετήθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Ειδικότερα, αποφασίστηκε από την τότε κυβέρνηση συνασπισμού πως οι διοικητικοί δικαστές θα έπρεπε να αποφοιτούν από έναν άλλο, απολύτως εξειδικευμένο φορέα, το Κέντρο Δικαστικών Σπουδών που αποτέλεσε τον πρόδρομο της σημερινής Εθνικής Σχολής Δικαστών, που συστάθηκε με το Ν.2236/1994 και εδρεύει στη Θεσσαλονίκη.
Λίγους μόνο μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1990, ακολούθησε η ξαφνική αφαίρεση (Ν.1892/1990) του Τμήματος Διπλωματικής Κατεύθυνσης το οποίο, σύμφωνα με τον καθηγητή Μακρυδημήτρη, «πάντοτε αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και διάθεση είτε υπονόμευσης είτε άλωσης από το Υπουργείο Εξωτερικών». Τη θέση του πήρε το Κέντρο Διπλωματικών Σπουδών, θεσμός που είχε αρχικά λειτουργήσει και πριν τη δημιουργία της Ε.Σ.Δ.Δ., την περίοδο 1979-85, είναι δε γνωστό από τις αρχές του 1999 ως Διπλωματική Ακαδημία και ελέγχεται πλήρως από το Υπουργείο Εξωτερικών. Μέχρι τότε, είχαν εισαχθεί μέσω της Ε.Σ.Δ.Δ. 5 σειρές υποψήφιων διπλωματών (Α΄ – Ε΄) με 64 άτομα, τα οποία διορίστηκαν στον διπλωματικό κλάδο του Υπουργείου Εξωτερικών.
Λιγότερο τυχεροί από τους διπλωμάτες-αποφοίτους της Ε.Σ.Δ.Δ. υπήρξαν οι 14 μόλις απόφοιτοι του Τμήματος Μορφωτικών Ακολούθων, που λειτούργησε ως διακριτό πρόγραμμα στο πλαίσιο του Τμήματος Γενικής Διοίκησης και που καταργήθηκε μετά το ΣΤ΄ εισαγωγικό διαγωνισμό του έτους 1996.
Ένα τέταρτο τμήμα που αποχώρησε από την Ε.Σ.Δ.Δ. -παράγοντας μόνο 10 αποφοίτους- ήταν το Τμήμα Κοινοτικής Κατεύθυνσης, το Δεκέμβριο του 1997. Δεν προβλεπόταν από τον ιδρυτικό νόμο, αλλά συστάθηκε στις αρχές του 1992, με σκοπό τη δημιουργία στελεχών, εξειδικευμένων στα κρίσιμα θέματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως, υπήρξε το πλέον βραχύβιο τμήμα της Ε.Σ.Δ.Δ., καθώς τελικά λειτούργησε μόνο για 3 χρόνια, στη Θ΄ (1994-1996) και τη Ι΄ (1995-1997) εκπαιδευτική σειρά και ύστερα καταργήθηκε.
Από το δεύτερο έτος της Σχολής έως σήμερα λειτουργεί το προβλεπόμενο από το Ν.1388/83 Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Περιφερειακής Ανάπτυξης, το οποίο πλέον και με την ψήφιση του Ν.3200/2003 έχει μετονομαστεί σε Τμήμα Περιφερειακής Διοίκησης με στόχο τη στελέχωση των κεντρικών υπηρεσιών της Διοίκησης που έχουν αρμοδιότητα στους τομείς της περιφερειακής ανάπτυξης και στις Περιφέρειες οι οποίες με το Ν.3582/2010 (Καλλικράτης) αντικαταστάθηκαν από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις. Το έργο της δημιουργίας στελεχών για την τοπική αυτοδιοίκηση ανέλαβαν τα υπαγόμενα στην πρώην Ε.Σ.Τ.Α. τμήματα
Το Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης, ένα από τα επτά προβλεπόμενα από το Ν.1388/1983, ήταν επί 5 διαγωνισμούς ανενεργό όταν τον Ιανουάριο του 1992 επανιδρύθηκε και έκτοτε λειτουργεί μέσω δύο διακριτών προγραμμάτων, ήτοι το Πρόγραμμα Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας και το Πρόγραμμα Διοίκησης Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής.
Τον Ιούλιο του 1993, δημιουργήθηκε το Τμήμα Ακολούθων Τύπου, που λειτούργησε για πρώτη φορά εντός του 1994 και από το 1996 τροφοδοτεί με 10- 15 στελέχη ετησίως τις υπηρεσίες εξωτερικού της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης. Με το Ν.3444/2006 το Τμήμα Ακολούθων Τύπου μετονομάζεται σε Τμήμα Στελεχών Επικοινωνίας.
Ως ανεξάρτητο τμήμα μέσα στους κόλπους της Ε.Σ.Δ.Δ. λειτούργησε επί εικοσαετία το Τμήμα Υπαλλήλων Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων – ΟΕΥ (ή όπως συνηθίζεται να αποκαλείται εν συντομία το Τμήμα Εμπορικών Ακολούθων) με σκοπό τη δημιουργία στελεχών τα οποία θα προωθούσαν την οικονομική διπλωματία της χώρας μέσα αφενός από τα γραφεία Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του εξωτερικού και αφετέρου από τις αρμόδιες προς τούτο υπηρεσίες του Υπουργείου Εξωτερικών. Η κατάργηση του κλάδου των Υπαλλήλων ΟΕΥ με το Ν.3566/2007 σήμαινε και την κατάργηση του ίδιου του τμήματος γεγονός που είχε αρνητικές προεκτάσεις ως προς το επίπεδο της οικονομικής διπλωματίας μιας και το πρόγραμμα σπουδών του τμήματος μεταφέρθηκε -όχι αυτούσιο αλλά υπό τη μορφή σεμιναρίου- στο κυρίως πρόγραμμα σπουδών της Διπλωματικής Ακαδημίας.
Με το Ν.3200/2003 συστάθηκε το Τμήμα Τουριστικής Οικονομίας και Ανάπτυξης, με δεδομένο ότι οι φορείς που χαράζουν σήμερα και υλοποιούν την τουριστική πολιτική της χώρας, έχουν ανάγκη από εξειδικευμένα στελέχη, ικανά να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις του διεθνούς τουριστικού περιβάλλοντος.
Με το Ν.3200/2003 συστάθηκε επίσης και το Τμήμα Διαχείρισης Πληροφοριακών Συστημάτων με στόχο τη κάλυψη επιτελικών θέσεων Πληροφορικής σε όλο το φάσμα του Δημόσιου Τομέα. Στην εποχή της περίφημης ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, είναι αυταπόδεικτη η ανάγκη της Δημόσιας Διοίκησης από στελέχη που να μπορούν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις της Τεχνολογίας της Πληροφορίας και Επικοινωνιών, με στόχο την ηλεκτρονική αναβάθμιση του Δημόσιου Τομέα.
Η σταδιακή αποψίλωση της Σχολής από τα πλέον περιζήτητα τμήματα αποκαλύπτει τις δυσκολίες επιβίωσης του όλου εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, ιδιαίτερα όταν θίγονται κακώς εννοούμενα συντεχνιακά συμφέροντα σκληρών στεγανών της Δημόσιας Διοίκησης, ενεργοποιώντας τα αντίστοιχα αντανακλαστικά. Τα δυσάρεστα αυτά φαινόμενα παλινδρόμησης, προσβάλλουν εκτός των άλλων την συνταγματικά κατοχυρωμένη «προστατευόμενη εμπιστοσύνη του διοικούμενου», καθώς στελέχη που προσελκύονται στο Δημόσιο Τομέα με την προοπτική να τον υπηρετήσουν, με συγκεκριμένο θεσμικό ρόλο, αιφνιδιάζονται δυσάρεστα από τη μετέπειτα διολίσθηση του status και συχνά εμπλέκονται σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες, προκειμένου να κατοχυρώσουν τα αυτονόητα.



