Τοποθέτηση ΕΝΑΠ ΕΣΔΔΑ για το Σ/Ν «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη» και το βαθύ κράτος

Ολοκληρώθηκε την Τρίτη 24/03/2026 η διαδικασία συζήτησης στην Βουλή του σχεδίου νόμου του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας με θέμα «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη».

Πριν από όλα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

Ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999) επιχείρησε την καταγραφή και συσσωμάτωση σε ένα ενιαίο νομικό κείμενο κανόνων διοικητικής διαδικασίας που ήδη προβλέπονταν ή είχαν καθιερωθεί από τη νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας ή αποτελούσαν νέες ρυθμίσεις. Είναι τέτοια η σημασία του που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 76 παρ. 6 ότι η επιψήφιση δικαστικών ή διοικητικών κωδίκων, που συντάχθηκαν από ειδικές επιτροπές, οι οποίες έχουν συσταθεί με ειδικούς νόμους, μπορεί να γίνει από την Ολομέλεια της Βουλής με ιδιαίτερο νόμο που τους κυρώνει στο σύνολό τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, με τις αλλαγές  που έχουν επέλθει κατά καιρούς, με εισήγηση Υπουργού διαφορετικού από τον Υπουργό Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης, τροποποιείται ουσιωδώς ανατρέποντας πάγιες αρχές και βαδίζοντας στα όρια της συνταγματικής νομιμοποίησης καθώς αμφισβητεί την ίδια την εκτελεστική λειτουργία εκχωρώντας κρίσιμα στοιχεία της σε ιδιώτες με οριζόντια ρύθμιση. Επισημαίνεται και ότι από τη σχετική Απόφαση ανάθεσης δεν προκύπτει αρμοδιότητα του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης να εισηγείται το συγκεκριμένο νομοσχέδιο (Αριθμ. Υ 10/28-4-2025, «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και Υπουργό Επικρατείας», Β’ 2046).

Εντύπωση επίσης προκαλεί το γεγονός ότι το προηγούμενο διάστημα σε όλες τις δημόσιες τοποθετήσεις του για το εν λόγω σχέδιο νόμου, ο αρμόδιος Υπουργός χρησιμοποιούσε με κάθε ευκαιρία την φράση «μάχη με το βαθύ κράτος», ένας όρος με γενική, ασαφή αλλά αρνητική χροιά που σε καμία περίπτωση δεν εστιάζει στην ουσία ορισμένων προβλημάτων της Δημόσιας Διοίκησης αλλά σίγουρα δαιμονοποιεί τον δημόσιο τομέα σε επικοινωνιακό επίπεδο.

Στην δεδομένη συγκυρία με σειρά ανοιχτών υποθέσεων και σκανδάλων (ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές, προγράμματα κατάρτισης) η ταύτιση του όρου «βαθύ κράτος» με την δήθεν αντιμετώπιση της «γραφειοκρατίας» δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με την ειλικρίνεια των προθέσεων του αρμόδιου Υπουργού.

Επίσης, παρουσιαζόταν ως παράδειγμα υπηρεσίας προς μίμηση ο e-ΕΦΚΑ. Μια υπηρεσία στην οποία, ίσως σε μια εικόνα απ’ το εγγύς μέλλον, δόθηκε η δυνατότητα σε ιδιώτες να καταλάβουν θέσεις ευθύνης, ενώ ταυτόχρονα αφαιρέθηκε η αντίστοιχη μοριοδότηση απ’ τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης (ν. 4892/2022).

Καταφέρνει όμως το εν λόγω νομοσχέδιο να αντιμετωπίσει στην πράξη την «γραφειοκρατία» ή αποτελεί μια προσπάθεια κατ’ επίφαση μείωσης της γραφειοκρατίας της που αυξάνει την πολυνομία, τις αντικρουόμενες διατάξεις και την επιβάρυνση των δημόσιων υπηρεσιών με διοικητικό κόστος και τελικά ανάγεται σε πυρήνα κακονομίας χωρίς να αντιμετωπίζει τις ελλιπείς υποδομές;

Η θέση της ΕΝΑΠ ΕΣΔΔΑ είναι ότι το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου χαρακτηρίζεται από σημαντική νομοτεχνική ασάφεια και απλά μετακυλίει την κακώς νοούμενη γραφειοκρατία χωρίς να την αντιμετωπίζει στην ουσία της. Χαρακτηριστική είναι η παραπομπή σε μελλοντικές κανονιστικές πράξεις για την εφαρμογή του νόμου. Όπως σημειώνει η ΟΚΕ (σελ. 18)  «το Σχ/Ν περιέχει πλήθος εξουσιοδοτικών διατάξεων που παραπέμπουν σε μελλοντικές κανονιστικές πράξεις, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση ρυθμίσεων, αλλά και αβεβαιότητα ως προς το πραγματικό εύρος και τον τρόπο εφαρμογής των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων».

Πιο συγκεκριμένα επισημαίνουμε τα εξής:

●   Άρθρο 3, Αντικατάσταση δικαιολογητικών με υπεύθυνη δήλωση: Η αντικατάσταση δικαιολογητικών με υπεύθυνες δηλώσεις δεν απλοποιεί ούτε εκσυγχρονίζει διαδικασία, απλά μεταθέτει το βάρος ευθύνης προσκόμισης των δικαιολογητικών από τον πολίτη στη ΔΔ για την αναζήτηση αυτών. Επιβαρύνονται ακόμα περισσότερο οι δημόσιες υπηρεσίες (ειδικά οι υπηρεσίες πρώτης γραμμής) για να εκδώσουν μια απόφαση βάσει της ΥΔ και στη συνέχεια να ελέγξουν τα δικαιολογητικά εντός προθεσμίας.

Η γενίκευση αυτής της πρακτικής δύναται να αυξήσει κατακόρυφα τον διοικητικό χρόνο διεκπεραίωσης των υποθέσεων των πολιτών, αποσπώντας πολύτιμους διοικητικούς πόρους από νευραλγικούς τομείς της δημόσιας διοίκησης και μετατρέποντας το ανθρώπινο δυναμικό σε απλούς ελεγκτές φακέλων ενώ αυξάνει και την ανασφάλεια δικαίου στους πολίτες.

Η διαλειτουργικότητα μεταξύ των δημοσίων υπηρεσιών αποτελεί ακόμα στόχο, και όχι πραγματικότητα, που δεν θα πρέπει να παρακάμπτεται και να αντικαθίσταται με την δημιουργία εντυπώσεων στους πολίτες.

● Άρθρο 4, Σύμπραξη της Διοίκησης με πιστοποιημένους επαγγελματίες: Πρόκειται για μορφή έμμεσης ιδιωτικοποίησης καθώς το κράτος αποσύρεται απ’ την άσκηση κρίσιμων λειτουργιών του. Θεσμοθετείται η «γρήγορη εξυπηρέτηση» μέσω πιστοποιημένων επαγγελματιών, με την δημιουργία ενός συστήματος όπου οι υπηρεσίες που παρέχει το δημόσιο δωρεάν, μετατρέπονται σε προϊόντα, οι πολίτες σε πελάτες-λήπτες υπηρεσιών με το αζημίωτο και το κράτος σε μεσάζοντα. Κυρίως όμως εκχωρείται ουσιώδες τμήμα της εκτελεστικής λειτουργίας σε ιδιώτες με οριζόντια ρύθμιση, ζήτημα εξαιρετικά επικίνδυνο για όλο το φάσμα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, για την ασφάλεια των πολιτών εκεί μάλιστα όπου οι κρατικοί έλεγχοι ήδη είναι ανεπαρκείς. Το πρόσφατο δυστύχημα στην βιομηχανία μπισκότων είναι ενδεικτικό.

Δημιουργούνται επίσης σημαντικά ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων, λογοδοσίας και ελέγχου αναφορικά με την δράση των εξωτερικών συνεργατών. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν ορίζονται στον νόμο ούτε οι κατηγορίες επαγγελματιών, ούτε οι κατηγορίες πράξεων, ούτε τα είδη βεβαιώσεων ορίζονται αλλά παραπέμπονται σε μελλοντικές αποφάσεις.

●  Άρθρο 5, Ψηφιακή ενημέρωση για τη διεκπεραίωση υποθέσεων των διοικουμένων: Το νομοσχέδιο εισάγει νέες πειθαρχικές ευθύνες για τους διοικητικούς υπαλλήλους χωρίς να εξετάζει τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών (π.χ. στην πλειονότητα των υπηρεσιών δεν υφίστανται τα ψηφιακά συστήματα μέσω τον οποίο υποτίθεται ότι θα ενημερώνεται ο πολίτης) και χωρίς να αποσαφηνίζεται η βαρύτητα του παραπτώματος

●Άρθρο 6, Υποχρεωτική ανάρτηση εγκυκλίων οδηγιών: Η «θεσμοποίηση» των «εγκυκλίων οδηγιών» αποτελεί επικίνδυνη ολίσθηση από την αρχή της νομιμότητας και τους συνταγματικούς κανόνες. Όπως είναι γνωστό οι εγκύκλιες οδηγίες δεν γεννούν δίκαιο, στερούνται εκτελεστού χαρακτήρα, δεν αποτελούν κανόνες δικαίου, δεν εκδίδονται βάσει συνταγματικώς προβλεπομένων διαδικασιών και συνεπώς η χρήση τους θα πρέπει να είναι εξαιρετικά λελογισμένη. Είναι επίσης γνωστή η πρακτική να αναμένουν οι υπηρεσίες την εγκύκλιο προκειμένου να εφαρμόσουν το νόμο, και μάλιστα να εφαρμόζουν εκείνη ακόμη και αν δεν συμφωνεί με το γράμμα και το πνεύμα του νομοθέτη ή αν εισάγει νέες ρυθμίσεις. Η αναγωγή λοιπόν των «εγκυκλίων οδηγιών» σε αντικείμενο ρύθμισης του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας δημιουργεί πολλά ερωτηματικά και ακόμη περισσότερους κινδύνους. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στη διάταξη που αναφέρει το προτεινόμενο άρθρο η ορολογία που ακολουθείται είναι «ερμηνευτικές εγκύκλιοι» και όχι «εγκύκλιες οδηγίες».

Το σημαντικότερο είναι ότι οι «εγκύκλιες οδηγίες» εξισώνονται με κανονιστικές διατάξεις («δεν ισχύουν πριν από την ανάρτησή τους στον διαδικτυακό τόπο του προγράμματος ‘Διαύγεια’ και στην ιστοσελίδα του φορέα» και αποκτούν «ισχύ», διάταξη αναμφίβολα αντίθετη με το άρθρο 43 του Συντάγματος και την αρχή της νομιμότητας που ανοίγει το δρόμο στην καταστρατήγηση της νομοθεσίας, την υποκατάσταση του νομοθέτη και την αυθαιρεσία των διοικητικών οργάνων. Ανάγεται έτσι σε νομοθέτη η Διοίκηση που θέτει «εγκύκλιους» κανόνες, οι οποίοι δεν αντλούν την ισχύ τους από το Σύνταγμα ούτε φέρουν χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης (όπως η εκτελεστότητα και το τεκμήριο νομιμότητας), βάζοντας σε δοκιμασία ακόμη και το δομικό άρθρο 26 του Συντάγματος. Ακόμη και για τις «ερμηνευτικές» εγκυκλίους και την «ισχύ» τους ή το κανονιστικό τους κύρος, παρατίθεται απλώς το άρθρο 77 παρ.1 του Συντάγματος: H αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία.

Δεν πρέπει επίσης να υποτιμάται το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό ο πολίτης μένει απροστάτευτος, διότι οι «εγκύκλιες οδηγίες» δεν προσβάλλονται στα διοικητικά δικαστήρια και έτσι καταστρατηγείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, παραβιάζοντας, εκτός του άρθρου 20 του Συντάγματος, και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

●  Άρθρο 9, Υποβολή και παρακολούθηση καταγγελιών για διαφθορά ή κακοδιοίκηση: Αυξάνονται και επεκτείνονται οι αρμοδιότητες του θεσμού του Συμβούλου Ακεραιότητας πριν καν τοποθετηθούν σε πολλές υπηρεσίες, πόσο μάλλον να αξιολογηθεί η λειτουργία του. Άλλωστε, ο Σύμβουλος Ακεραιότητας θεσπίστηκε ως μονοπρόσωπος θεσμός και σαν μηχανισμός πρόληψης, παροχής συμβουλευτικής υποστήριξης και ενίσχυσης κουλτούρας ακεραιότητας και όχι σαν κατασταλτικός μηχανισμός. Είναι προφανές ότι δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί όγκο καταγγελιών απ’ τους πολίτες και εκ προοιμίου ουδεμία σχέση έχει με την αντιμετώπιση της διαφθοράς και της κακοδιοίκησης.

● Άρθρο 10, Ενιαία εφαρμογή νομοθεσίας επί ενδικοφανών προσφυγών: Η διοίκηση απομακρύνεται ακόμα περισσότερο απ’ τον πολίτη καθώς συστήνονται νέα κεντρικά όργανα εξέτασης ενδικοφανών προσφυγών ενώ ορίζεται ότι «δεν επιτρέπεται η εξέταση ενδικοφανών προσφυγών από όργανα με καθορισμένη τοπική αρμοδιότητα.»

Ενδεικτικό παράδειγμα των τελευταίων αποτελούν οι Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές (ΤΔΕ) του e-ΕΦΚΑ όπου εξετάζονται ενστάσεις και προσφυγές κατά αποφάσεων ασφαλιστικού περιεχομένου, επιλύοντας τοπικές υποθέσεις και προστατεύοντας τα δικαιώματα των ασφαλισμένων. Οι ΤΔΕ αποτελούν θεσμό διοικητικού ελέγχου, παρέχοντας στον διοικούμενο τη δυνατότητα ουσιαστικής επανεξέτασης πράξεων της διοίκησης πριν την προσφυγή στη δικαιοσύνη, χωρίς οικονομικό κόστος και με ουσιαστική ακρόαση του διοικούμενου.

Η αποκέντρωση και η εγγύτητα στον πολίτη αποτελούν βασικές αρχές οποιασδήποτε προσπάθειας για μείωση της γραφειοκρατίας, ενώ αντίθετα η συγκεντροποίηση, οδηγεί σε μαζική επεξεργασία υποθέσεων και υποβαθμίζει τον ουσιαστικό χαρακτήρα της κρίσης.

Η ΕΝΑΠ ΕΣΔΔΑ δεν αντιλαμβάνεται το κράτος ως γραφειοκρατία προς κατάργηση που μεταθέτει την ευθύνη και αποσύρεται από την άσκηση κρίσιμων λειτουργιών  αλλά ως έναν μηχανισμό ισότητας που δεν θα πρέπει να αντικαθίσταται απ’ την αγορά και που θα εγγυάται την διαφάνεια, την λογοδοσία και το κράτος δικαίου.

Το ΔΣ της ΕΝΑΠ ΕΣΔΔΑ


Πρόσφατες δημοσιεύσεις


Αρχείο ανά μήνα

Θεματικές – Κατηγορίες

Ετικέτες (tags)