FacebookTwitterGoogle BookmarksLinkedIn
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
  • 11
  • 12
Δελτίο Τύπου-Νέο Δ.Σ. ένωσης Από : ΕΝΩΣΗ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ...
Δελτίο Τύπουγια το Δημόσιο και το Ρόλο των Αποφοίτων Αποστέλλουμε Δελτίο Τύπου το οποίο αποτυπώνει...
Ξενάγηση στο Χώρο Ιστορικής Μνήμης 1941-1944 Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,  Το...
Συνάντηση του Δ.Σ. της ΕΝ.ΑΠ. με τον Πρόεδρο του Α.Σ.Ε.Π. Το Δ.Σ. της Ε.Ν.Α.Π. πραγματοποίησε συνάντηση...

Η πορεία προς τη δημοσιονομική και πολιτική ολοκλήρωση της Ε.Ε: μια κοινή ευθύνη και προοπτική

της Χρυσάνθης Χαραλαμποπούλου,

Νομικού,

Τμηματάρχου της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, Μέλους της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Μελετών (Γ.Ε.Μ).

Απόφοιτου ΙΘ΄ΕΣΔΔ

Eν μέσω αυξανόμενων αμφιβολιών για την δυνατότητα των αδύναμων κρατών (των περίφημων PIGS: Πορτογαλία, Iρλανδία, Eλλάδα, Iσπανία), να αποπληρώσουν τα χρέη τους, η οικονομική κρίση της Ευρωζώνης μοιάζει να τρέχει ανεξέλεγκτα σε ένα μοιραίο spiral θανάτου.


Και οι τέσσερις αυτές χώρες, κλήθηκαν να δώσουν έναν «αγώνα δρόμου» προς τον εκδημοκρατισμό, την ευημερία και γενικά τον εξευρωπαϊσμό. Αποτέλεσμα αυτής της βίαιης και ταχείας κοινωνικοοικονομικής προσαρμογής, ήταν να φανούν σύντομα οι πρώτες δομικές ατέλειες του ευρωπαϊκού συστήματος, που σήμερα - εκδηλουμένης της κρίσης - επιτάσσουν επίπονες μεταρρυθμίσεις.

Στα πρώτα στάδια της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δηλαδή από το 1957 έως τα μέσα της δεκαετίας του 70, που είναι η δεκαετία των διεθνών κρίσεων, η Ευρώπη πέτυχε για όλα τα κράτη υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλά επίπεδα ευημερίας. Οι έξι πρώτες χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο), είχαν ομοιογενή επίπεδα ανάπτυξης, με αποτέλεσμα οι εφαρμογές κοινών πολιτικών να είναι πιο πρόσφορες.

Στόχος της Ένωσης, δεν ήταν απλώς μια διευρυμένη αγορά, μια οικονομική ένωση, αλλά η δημιουργία ενός φορέα σταθερότητας στην οικονομική ήπειρο, που θα εξελισσόταν σε μια πολιτική ένωση με αυξανόμενη διεθνή ακτινοβολία.

Η εξελικτική πορεία της Ε.Ε πέρασε πολλές διακυμάνσεις, καθώς κάθε διεύρυνση ( π.χ με χώρες χαμηλού βιοτικού επιπέδου όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία), αύξαινε και την ανομοιογένεια στο εσωτερικό της.

Η πρόσθεση νέων χωρών (περιφερειών) με αποκλίνουσες ανταγωνιστικότητες, ήταν μεν πρόκληση για την Ε.Ε, έπληξε όμως σταδιακά τα μακρόπνοα σχέδιά της για οικονομική και κοινωνική συνοχή. Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι για την υψηλή ανεργία στη Δυτική Ευρώπη, ευθύνεται η Ανατολική.

κριτήρια σύγκλισης που έθεσε η Ε.Ε για τα κράτη-μέλη της, σχετίζονταν περισσότερο με τη συγκράτηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και έστρεφαν την προσοχή της πολιτικής στον πληθωρισμό, αλλά όχι στη μείωση της ανεργίας. Ήταν λογικό να απαιτείται η σύγκλιση των τιμών του πληθωρισμού ανάμεσα στα κράτη-μέλη, αλλά δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή στη διασφάλιση της ομοιότητας των συνθηκών του πληθωρισμού ανάμεσα στα κράτη. Ήταν λογικό να απαιτηθεί η σύγκλιση των επιτοκίων, αλλά δεν δόθηκε καμία προσοχή στη σύγκλιση των επίπεδων ανεργίας, ούτε στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Όταν όμως ένα κράτος χάνει το δικό του νόμισμα, χάνει το βασικότερο εργαλείο για να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα τρεχουσών συναλλαγών.

Ο σχεδιασμός της Ο.Ν.Ε είχε ως στόχους, τη μείωση των συναλλαγματικών κινδύνων, την απαλλαγή από τα έξοδα μετατροπής νομισμάτων, την προώθηση του εμπορίου εντός Ε.Ε, την αύξηση της ευημερίας της και την από κοινού αντιμετώπιση των διεθνών οικονομικών κρίσεων.

Οι χώρες που καρπώθηκαν περισσότερα από την Ο.Ν.Ε ήταν αυτές που είχαν παραγωγική δομή και βάση (Γαλλία, Γερμανία,) ευέλικτες αγορές εργασίας, ικανότητα προσαρμογής στα νέα δεδομένα, που δεν είχαν πολλά διαρθρωτικά προβλήματα (έλλειμμα, χρέος κλπ) και το βασικότερο, λειτουργούσαν με συνεχή δημοσιονομική πειθαρχία.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση βρήκε την Ευρώπη κατακερματισμένη, με συνέπεια οι αδύναμοι κρίκοι της να πληγούν περισσότερο. Οι χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου δανείστηκαν αλόγιστα, για να ενισχύσουν το επίπεδο ζωής τους, μέσω της παροχής προνομίων, τίτλων, δικαιωμάτων και απολαβών, που απλώς δεν ήταν βιώσιμα. Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας έγκειται στο γεγονός ότι βαρύνεται με ένα τεράστιο χρέος, κατά πολύ μεγαλύτερο ως ποσοστό επί του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος (Α.Ε.Π) των άλλων οικονομικά αδυνάτων μελών της Ευρωζώνης.

Αυτό που όλοι φοβούνται είναι ότι, εάν «πέσει» η Ελλάδα, θα πυροδοτήσει ένα ντόμινο που θα συμπαρασύρει όλες τις χώρες της Δύσης, ακόμα κι αυτές που απολαμβάνουν πιστοληπτική αξιολόγηση «AAA».

Η απειλή διάσπασης της Ευρώπης, η δημοσιονομική κρίση και η κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών, οδήγησε στη δημιουργία δύο αντικρουόμενων τάσεων:

Στη μια πλευρά και παρά την αύξηση των δημοσιονομικών απαιτήσεων και απειλών των ισχυρών χωρών της ευρωζώνης, διακρίνει κανείς την έντονη ανάγκη των λαών να «επιστρέψουν» στους «εθνικούς» τους προσανατολισμούς, να ανακαλύψουν εκ νέου την «εθνική» τους «ψυχή». Στην αυγή του 21ού αιώνα, οι «εθνικές ταυτότητες» έχουν ενδυναμωθεί. Η ισχυροποίηση ή και αναβίωση της «εθνικής ταυτότητας» καθοδηγούνται από το φόβο και την ανασφάλεια για το μέλλον της Ευρώπης.

Από την άλλη μεριά, σε πολιτικό επίπεδο, διαμορφώνεται μια νέα άποψη που θεωρεί ότι η δημοσιονομική κρίση μπορεί να λυθεί μόνο μέσω μιας ισχυρότερης πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης, δηλαδή μέσω της δημιουργίας μιας ισχυρής κοινής ευρωπαϊκής φωνής.

Με την πίεση να αυξάνεται σταθερά στο Βερολίνο από τις Η.Π.Α, τη Βρετανία, την Κίνα, την Ινδία, τη Βραζιλία, αλλά και μερικές ακόμη αναδυόμενες χώρες, για λήψη άμεσων και ουσιαστικών μέτρων, που θα αποτρέψουν περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης χρέους και τελικά τη διάσπαση του ευρώ, η ατζέντα των συζητήσεων στρέφεται γύρω από την ενοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών μέσω ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου εγγύησης των καταθέσεων.

Εν τούτοις, η Γερμανία διαμηνύει ότι, δεν πρόκειται να συμφωνήσει στο μέτρο της εγγύησης των τραπεζικών καταθέσεων, αν δεν υπάρξει προηγουμένως η δέσμευση ότι οι χώρες-λήπτες βοήθειας, θα θέσουν ως εγγύηση το 20% του χρέους τους σε χρυσό ή σε περιουσιακά στοιχεία.

Πολλά όμως είναι και τα ζητήματα που προκύπτουν από την προοπτική δημιουργίας ενός πανευρωπαϊκού επόπτη/ρυθμιστή των Τραπεζών: η εκχώρηση της δημοσιονομικής πολιτικής σ’ ένα υπερεθνικό όργανο και μελλοντικά και σε ένα Ευρωπαϊκό Υπουργείο Οικονομικών, εγείρει ζητήματα εκχώρησης της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών, καθώς θα μειωθεί δραματικά η ικανότητά τους να επηρεάζουν αυτόνομα την πορεία των οικονομιών τους.

Επιπλέον, οι πιέσεις που δέχονται από τις αγορές, μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης, όπως η ισπανική και η ιταλική, είναι τόσο έντονες, ώστε είναι πιθανό να καταρρεύσουν υπό το βάρος του χρέους τους, πριν καν υπάρξει συμφωνία για τον Οδικό Χάρτη σύγκλισης.

 

Ποιο είναι τελικά το «κλειδί» για το τέλος της κρίσης: πώς και πότε θα υπάρξει συμφωνία για περαιτέρω πολιτική και οικονομική ενοποίηση, που θα συμπληρώσει τη νομισματική, ώστε να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να ανταποκριθεί κατάλληλα στις κρίσεις, τόσο τις τωρινές, όσο και τις μελλοντικές ?

Παρά την υπεραισιόδοξη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκή Επιτροπής (τον Ιούλιο του 2011), ότι : «Μια απλή αγορά χρειάζεται ένα απλό βιβλίο κανόνων», ο δρόμος για την καθιέρωση νέων θεσμών, όπως είναι το Ταμείο διάσωσης τραπεζών, συνιστά μεν ένα «πολύ μεγάλο βήμα» προς μία στενότερη ενοποίηση, αλλά αναμένεται να συναντήσει και σφοδρές αντιδράσεις. Με τη Γερμανία να μην υποκύπτει στις πιέσεις του «σοσιαλιστικού μετώπου» για έκδοση ευρωομολόγου και τη Μεγάλη Βρετανία να αντιτίθεται σε κάθε έννοια «κοινής διαχείρισης» και «κοινών αποθεματικών» στην τραπεζική της αγορά, το μέλλον του κοινού νομίσματος είναι αμφίβολο.

Πριν όμως βιαστούμε να προδικάσουμε τα αποτελέσματα που θα φέρει το νέο πανευρωπαϊκό τραπεζικό πλαίσιο στα εθνικά κράτη, ας προβληματισθούμε πάνω στη ρήση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Μ. Βρετανίας (Μ. Κίνγκ) : «Οι τράπεζες είναι διεθνείς όταν είναι εν ζωή, αλλά εθνικές όταν πεθαίνουν».



Φωτογραφίες

ΕΝΑΠ-Φωτογραφία ΔΣ
ΕΝΑΠ-Φωτογραφία ΤΖΙΜΑΣ
«
»